σαρκοφάγος

σαρκοφάγος
ος , ον 1. хищный, плотоядный;
2. (η ) саркофаг

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "σαρκοφάγος" в других словарях:

  • σαρκοφάγος — eating flesh masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκοφάγος — Νεκρική λάρνακα λίθινη ή πήλινη, σε χρήση από την προϊστορική εποχή ως το Μεσαίωνα. Οι πρώτες σ. εμφανίζονται στην Αίγυπτο κατά την 3η π.Χ. χιλιετία: είναι ξύλινες κιβωτιόσχημες, με ζωγραφική ή πλαστική διακόσμηση, ή ανθρωποειδείς με κάλυμμα που… …   Dictionary of Greek

  • σαρκοφάγος — α, ο αυτός που τρώει σάρκες: Σαρκοφάγα ζώα. η μαρμάρινη ή πήλινη θήκη για νεκρούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αλεξάνδρου, σαρκοφάγος — Αττική μαρμάρινη σαρκοφάγος που βρέθηκε στη Σιδώνα το 1887. Χρονολογείται γύρω στο 320 π.Χ. και στις ανάγλυφες παραστάσεις της διακρίνεται η μορφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου …   Dictionary of Greek

  • σαρκοφάγοις — σαρκόφαγος eating flesh masc/fem/neut dat pl σαρκοφάγος eating flesh masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκοφάγον — σαρκοφάγος eating flesh masc/fem acc sg σαρκοφάγος eating flesh neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκοφάγου — σαρκόφαγος eating flesh masc/fem/neut gen sg σαρκοφάγος eating flesh masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκοφάγους — σαρκόφαγος eating flesh masc/fem acc pl σαρκοφάγος eating flesh masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκοφάγων — σαρκόφαγος eating flesh masc/fem/neut gen pl σαρκοφάγος eating flesh masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκοφάγῳ — σαρκόφαγος eating flesh masc/fem/neut dat sg σαρκοφάγος eating flesh masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκοφάγα — σαρκοφάγος eating flesh neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»